logo nina

 

Κλασσική Μιασματική

Ιδιοσυγκρασιακή Ομοιοπαθητική

Διοχάρους 19   Αθήνα  16121

Τηλ.  210 7295495  Κιν. 6946 109 109

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Ας πούμε μερικά πράγματα για την Κάνναβη, το πιο παρεξηγημένο ίσως φυτό των τελευταίων 70+ ετών.

Στην Ελλάδα η χρήση της Κάνναβης απαγορεύτηκε το 1936, ύστερα από αμερικάνικες πιέσεις, 3 μόλις χρόνια μετά τη λήξη της ποτοαπαγόρευσης στις ΗΠΑ. Έτσι σταδιακά τα ελληνικά κανναβουργεία οδηγήθηκαν στην πτώχευση, με το τελευταίο κανναβουργείο να κλείνει στην Κέρκυρα αρχές του ’80.

Τα κανναβουργεία στην Ελλάδα το 1928 ήταν 10 περίπου και η κλωστική κάνναβη μετά τον Α΄Παγκόσμιο πόλεμο αποτέλεσε βασική γεωργική καλλιέργεια και εξαγώγιμο προϊόν έως το 1932.

Το 1870 οι Νόμοι Αρκαδίας και Αργολίδας πρωτοστατούσαν στην καλλιέργεια της ευφορικής και κλωστικής κάνναβης. Η Τρίπολη από τα μέσα του 19ου αιώνα αποτελούσε κέντρο καλλιέργειας και εμπορίας χασίς. Πρώτος εισήγαγε τους σπόρους του χασίς στην Τρίπολη ο Γεώργιος Μακρόπουλος, γαμπρός του τότε δημάρχου Τριπόλεως Αθανασίου Γρηγορόπουλου. Μετανάστες από την Ανατολή, την Αίγυπτο, την Κύπρο με υπουργική διαταγή, δίδαξαν στον Δήμο Ορχομενού Μαντινείας τη μεθοδολογία της καλλιέργειάς της. Η εφημερίδα της εποχής εκείνης «Μορέας» αναφέρει ότι το 1904 η παραγωγή στη Μαντινεία ανερχόταν στις 5.000.000 οκάδες. Το χασίς εξάγονταν στην Αίγυπτο και τη Μέση Ανατολή. Η φήμη του το κατέτασσε ανάμεσα στα καλύτερα του κόσμου. Οι περισσότερες κατασχέσεις στην Τύνιδα της Τυνησίας είχαν σφραγίδα ελληνικών εργοστασίων, με κυριότερο τον οίκο «Σταύρου Κοτσακέ εν Τριπόλει».

Υπήρχαν οι ποικιλίες καννάβι και ινδικό καννάβι. Διέφεραν ως προς το ότι το καννάβι δεν είχε καθόλου οσμή. Τα δενδρύλλια ορθώνονταν σε ύψος 1 με 2 μέτρα και είχαν πάχος 1 με 3 εκατοστά. Τα φύλλα ήταν στενά και στο τελείωμά τους σαν το πριόνι. Η σπορά γινόταν από το Φεβρουάριο μέχρι τον Απρίλιο με την ίδια διαδικασία της σποράς του σιταριού. Τα δενδρύλλια ωρίμαζαν μέχρι τον Αύγουστο, τα σκάλιζαν, έδιωχναν τα άγρια χόρτα, τα έκοβαν και τα άπλωναν στο χωράφι να ξεραθούν για 10 μέρες. Τελικά τα μάζευαν σε δεμάτια και τα αποθήκευαν. Χαρακτηριστικές αναφορές της επίδρασης κατά τη συγκομιδή τους είναι ότι οι νεαρές κοπέλες της περιοχής, όταν έφευγαν από το χωράφι καθ’ οδόν προς το σπίτι τους, ήταν πάντα εύθυμες αλλά και πειρακτικές, σε σημείο θράσους, απέναντι στους περαστικούς.

Στα εργαστήρια χασίς εργαζόταν πολύς κόσμος, μέχρι γυναίκες και παιδιά. Η κατεργασία γινόταν το χειμώνα, εποχή ακατάλληλη για γεωργικές εργασίες. Ξεχώριζαν το ξύλο από τα φύλλα και τον σπόρο. Τα φύλλα τα έτριβαν αρχικά πάνω σε ειδικό συρμάτινο τελάρο με χοντρές τρύπες κι έπειτα σε τελάρα με πιο ψιλές τρύπες ώστε να απομονώνονται οι σπόροι. Τα φύλλα γίνονταν σκόνη, η οποία λόγω της ουσίας που περιείχαν σχηματιζόταν σε μία μάζα και κοβόταν σε πλάκες για κάπνισμα. Οι δε σπόροι πωλούνταν. Οι νοικοκυρές άπλωναν τους κορμούς των δενδρυλλίων  στις αυλές των σπιτιών ή στα αλώνια και τους  χτυπούσαν με ραβδί ώσπου να φύγουν τα υγρά από τον κορμό. Τη φλούδα του κορμού που απέμενε τη στέγνωναν στον ήλιο. Έπειτα σχημάτιζαν μπάλες (τουλούμπες), τις έγνεθαν με τη ρόκα κι έκαναν κλωστές.

Το χασίς το συσκεύαζαν σε χειροποίητα μικρά υφασμάτινα σακίδια, πάνω στα οποία τυπώνονταν με μαύρο ή κόκκινο μελάνι το σήμα του εργοστασίου, το όνομα και η διεύθυνση του εργοστασιάρχη. Κάθε παραγωγός διέθετε ξεχωριστό διακριτικό σήμα για το προϊόν του. Ο ελέφαντας ήταν σήμα του κτηματία Πέτρου Καραμάνου στο χωριό Στενό. Η ποιότητά του καθοριζόταν ανάλογα με τη χρονιά όπως στο κρασί.

Αναφορές στην κάνναβη βρίσκουμε για πρώτη φορά τον 5ο αιώνα π.Χ. σε συγγραφικό έργο του «πατέρα της ιστορίας» Ηρόδοτου.

Από τον 5ο αιώνα π.Χ. και μετά οι σχετικές αναφορές σε συγγράμματα αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων πληθαίνουν. Μέσα από αυτές φαίνεται πλέον καθαρά ότι οι αρχαίοι Έλληνες καλλιεργούσαν την κάνναβη και την χρησιμοποιούσαν ως πρώτη ύλη για την κατασκευή καραβόπανων, σχοινιών και υφασμάτων κάθε λογής, ως θεραπευτικό αλλά και ως ευφορικό μέσο.

Διοχαρους 19, 16121 Αθηνα.